έτους. Ωστόσο, η ανοδική τάση στην έκδοση οικοδομικών αδειών αντιστράφηκε τους πρώτους μήνες του 2025 (μείωση κατά 51% στο πλήθος και κατά 49% στην επιφάνεια των νέων κατοικιών έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του προηγούμενου έτους), εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκλήθηκε από τις ρυθμίσεις του ΝΟΚ που ακυρώθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας και της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών που έκαναν χρήση των κινήτρων αυτών. Οι αποφάσεις του ΣτΕ και οι ρυθμίσεις που προσαρμόζουν την εθνική νομοθεσία θα έχουν επιπτώσεις στην οικοδομική δραστηριότητα (π.χ. κόστος αλλαγής οικονομικών όρων συμβάσεων και πιθανές ζημίες των αντισυμβαλλόμενων, πιθανή αναβολή κατασκευής οικοδομών, ανάληψη κόστους αναθεώρησης μελετών, κόστος περιβαλλοντικού ισοδύναμου). Αναφορικά με την εξέλιξη της κατασκευαστικής δραστηριότητας, στη μελέτη του ΙΟΒΕ, εξετάστηκαν δύο σενάρια με διαφοροποίηση ως προς τις επιπτώσεις στις επενδύσεις σε κατοικίες εξαιτίας της ακύρωσης των κινήτρων του ΝΟΚ και των πολεοδομικών αλλαγών που αφορούν την εκτός σχεδίου δόμηση. Στο βασικό (απαισιόδοξο) σενάριο, οι συνολικές επενδύσεις σε κατασκευές εκτιμάται ότι θα ενισχύσουν το μερίδιό τους στο ΑΕΠ, σε 7,2% του ΑΕΠ το 2026 από 6,0% το 2024, ενώ η αξία παραγωγής των κατασκευαστικών έργων υποδομών και κατοικιών θα πλησιάσει τα 18 δισ. ευρώ. Στο σενάριο αυτό οι επενδύσεις σε κατοικίες υποχωρούν το 2026 σε 2,4% του ΑΕΠ (από 2,8% στο αισιόδοξο σενάριο), ενώ η αξία παραγωγής θα είναι χαμηλότερη συγκριτικά με το 2024, υποχωρώντας στα 6 δισ. ευρώ (από 6,9 δισ. ευρώ στο αισιόδοξο σενάριο). Επενδυτικές ροές Παρά την κρίσιμη σημασία του κατασκευαστικού τομέα για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση, η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά επενδύσεων σε κατασκευές στην Ε.Ε. Ειδικότερα, όσον αφορά τις κατασκευές, οι επενδύσεις αντιπροσώπευαν το 6,0% του ΑΕΠ το 2024, έναντι 14,7% το 2007 και 4,0% το 2020, ενώ η απόκλιση για το 2024 σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27 ήταν 4,9 ποσοστιαίες μονάδες. Η Ελλάδα βρίσκεται, επίσης, στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. ως προς τη συμμετοχή των νέων στο εργατικό δυναμικό του κλάδου. Αξιοσημείωτο είναι ότι κράτη με παρόμοιο ή και χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, όπως η Ρουμανία, παρουσιάζουν σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις. Βάσει των στοιχείων αυτών, η διαφορά παραμένει μεγάλη και είναι άγνωστο πώς μπορεί να καλυφθεί. Η ελληνική οικονομική κρίση, ουσιαστικά, οδήγησε σε δραματική υποχώρηση των επενδυτικών ροών προς τον τομέα στο παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μεν μια σταδιακή ανάκαμψη, η οποία όμως είναι ήπια. Το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργηθεί παραμένει μεγάλο, καθιστώντας την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές στήριξης και μεταρρυθμίσεις όχι μόνο επίκαιρη, αλλά και κομβική για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του κατασκευαστικού τομέα. Επίσης, η ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας το 2026 ενδέχεται να δημιουργήσει ένα «κενό» στην εγχώρια κατασκευαστική δραστηριότητα. Υπάρχει, ωστόσο, ένα απόθεμα έργων υποδομών ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ στους τομείς των οδικών, σιδηροδρομικών, ενεργειακών και τηλεπικοινωνιακών δικτύων, καθώς και άλλα έργα με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, τα οποία θα ολοκληρωθούν μετά το 2026 (περίοδος 2027-2030) συγκρατώντας τη σχετική κατασκευαστική δραστηριότητα. Τα έργα αυτά θα πρέπει να συμπληρωθούν, βέβαια, από πλήθος άλλων δημόσιων και ιδιωτικών έργων. Αναφορικά με τη χρηματοδότηση στον κλάδο, τα υπόλοιπα δανείων προς τις κατασκευές από τα εγχώρια νομισματικά-χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (ΝΧΙ) διαμορφώθηκαν σε 3,3 δισ. ευρώ το 2024, ποσό που αντιπροσωπεύει το 4,7% του συνόλου των υπολοίπων χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Το 2024 οι ροές νέων δανείων στις κατασκευές ενισχύθηκαν στα 555 εκατ. ευρώ, από 349 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Την περίοδο 20202024, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου έλαβαν κατά μέσο όρο το 69% των νεών δανείων και οι μεγάλες το υπόλοιπο 31%. Είναι γεγονός ότι το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων είναι συστηματικά υψηλότερο στην Ελλάδα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ την πιο πρόσφατη περίοδο αυξήθηκε κατακόρυφα από 2,72% τον Οκτώβριο του 2022 σε 6,03% τον Απρίλιο του 2024, πριν ξεκινήσει μια πορεία αποκλιμάκωσης στο 4,75% έως τον Φεβρουάριο του 2025. Οι εκτιμήσεις παρουσιάζουν προσδοκώμενη αύξηση του κύκλου εργασιών των τεχνικών και μελετητικών επιχειρήσεων, που θα ενισχύσει τις ανάγκες τους για τραπεζικό δανεισμό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, ο συνολικός καθαρός τραπεζικός δανεισμός των επιχειρήσεων του τομέα την περίοδο 2025-2026 θα μπορούσε να αυξηθεί έως 329 εκατ. ευρώ. Τις ανάγκες αναζήτησης πρόσθετης χρηματοδότησης και ρευστότητας επιτείνουν οι καθυστερήσεις πληρωμών των κατασκευαστικών επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα των δημοσίων έργων. Οι προκλήσεις του κλάδου Παρά το γεγονός ότι η συνολική πορεία του κατασκευαστικού ελληνικού τομέα είναι θετική, οι σημαντικές προκλήσεις του κλάδου δημιουργούν την ανάγκη περαιτέρω παρεμβάσεων και σχεδιασμού, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, ζητήματα που σχετίζονται με το ανθρώπινο δυναμικό, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων του κλάδου και την προοπτική των κατασκευών μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, συνιστούν τις βασικότερες προκλήσεις του κλάδου των κατασκευών. Εκτός αυτών, τις τεχνικές εταιρείες απασχολούν το θεσμικό πλαίσιο του συΗ αξιοποίηση της καινοτομίας, σε συνδυασμό με την κατάλληλη κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού και την υποστήριξη από θεσμικά και χρηματοδοτικά εργαλεία, μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στη μετάβαση του κλάδου σε ένα πιο βιώσιμο και τεχνολογικά ώριμο πρότυπο λειτουργίας 67 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2025 #41
RkJQdWJsaXNoZXIy ODAxNzc=