άρθρο Χρειάζεται να περάσουμε από τις αποσπασματικές συνεργασίες σε ένα σταθερό μοντέλο συμπαραγωγής, μεταφοράς τεχνογνωσίας και ένταξης των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές περιόδους στον τομέα της Άμυνας των τελευταίων δεκαετιών. Τα σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα που έχουν δρομολογηθεί, δημιουργούν μια ιστορική ευκαιρία, όχι μόνο για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και για να αποκτήσει επιτέλους η χώρα μια ισχυρή, ανταγωνιστική και εξωστρεφή αμυντική βιομηχανία. Το μεγάλο ερώτημα όμως δεν είναι μόνο πόσα δισεκατομμύρια θα δαπανήσει η Ελλάδα για την άμυνά της. Είναι τι θα μείνει στη χώρα από αυτήν τη μεγάλη επένδυση. Για πολλά χρόνια υπήρξαμε ένας σημαντικός αγοραστής αμυντικού υλικού, χωρίς οι αντίστοιχες δαπάνες να δημιουργήσουν, στο βαθμό που θα μπορούσαν, μια ισχυρή εγχώρια παραγωγική βάση. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαναλάβουμε το ίδιο μοντέλο. Η απόφαση για συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε ποσοστό τουλάχιστον 25% στα νέα εξοπλιστικά προγράμματα, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα. Το 25%, όμως, από μόνο του δεν αποτελεί βιομηχανική πολιτική. Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, εθνική στρατηγική για την αμυντική βιομηχανία. Να αποφασίσουμε πού θέλουμε να βρίσκεται η Ελλάδα σε πέντε και δέκα χρόνια, σε ποιους τομείς μπορούμε να αποκτήσουμε συγκριτικό πλεονέκτημα, ποιες τεχνολογίες πρέπει να αναπτύξουμε εγχώρια και σε ποιες διεθνείς αλυσίδες αξίας θέλουμε να ενταχθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις. Χωρίς στρατηγική, υπάρχει ο κίνδυνος το 25% να μετατραπεί σε μια λογιστική άσκηση. Με στρατηγική, μπορεί να αποτελέσει εργαλείο μετασχηματισμού της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Απαιτείται παράλληλα ένα σαφές, διαφανές και πλήρως θεσμοθετημένο πλαίσιο. Με συγκεκριμένους κανόνες για το τι θεωρείται ελληνική συμμετοχή, πώς υπολογίζεται η εγχώρια προστιθέμενη αξία και ποιος ελέγχει ότι οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται υλοποιούνται στην πράξη. Χρειάζεται επίσης μια μόνιμη κρατική δομή με τη μορφή γενικής γραμματείας ή υφυπουργείου με αποκλειστικό αντικείμενο την αμυντική βιομηχανία, η οποία θα εξασφαλίζει συνέχεια στον σχεδιασμό, συντονισμό μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων και σταθερή συνεργασία Πολιτείας, Ενόπλων Δυνάμεων και επιχειρήσεων. Η αμυντική βιομηχανική πολιτική δεν μπορεί να ξεκινά από την αρχή κάθε φορά που αλλάζουν πρόσωπα ή πολιτικές προτεραιότητες. Και, κυρίως, η εγχώρια συμμετοχή πρέπει να σχεδιάζεται πριν από την υπογραφή κάθε μεγάλης σύμβασης και όχι εκ των υστέρων. Όταν έχουν ήδη καθοριστεί οι προμηθευτές και έχει κλείσει η διεθνής εφοδιαστική αλυσίδα, οι δυνατότητες ουσιαστικής συμμετοχής των ελληνικών εταιρειών περιορίζονται δραστικά. Η εικόνα των τελευταίων μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων δείχνει ότι έχουν γίνει βήματα, αλλά και πόσος δρόμος απομένει ακόμη. Ξεκινήσαμε με τα Rafale, όπου η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας ήταν ουσιαστικά μηδενική. Στις φρεγάτες Belharra υπήρξε ένα πρώτο, αλλά περιορισμένο, άνοιγμα προς τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σήμερα, με την «Ασπίδα του Αχιλλέα», η προσδοκία είναι να περάσουμε στο επόμενο επίπεδο και να επιβεβαιωθεί στην πράξη ο στόχος Τάσος Ροζολής Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) Τα εξοπλιστικά πρέπει να χτίσουν την αμυντική βιομηχανία της επόμενης ημέρας για ουσιαστική ελληνική βιομηχανική συμμετοχή. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να αποτελέσει τον κανόνα για τα προγράμματα που θα ακολουθήσουν. Δεν αρκεί κάθε νέα προμήθεια να έχει λίγο μεγαλύτερη ελληνική συμμετοχή από την προηγούμενη. Χρειάζεται να περάσουμε από τις αποσπασματικές συνεργασίες σε ένα σταθερό μοντέλο συμπαραγωγής, μεταφοράς τεχνογνωσίας και ένταξης των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτό ακριβώς πρέπει να επιδιώξουμε. Όχι απλώς ελληνικό έργο στις ελληνικές προμήθειες, αλλά ελληνικές εταιρείες που θα παράγουν για τη διεθνή αγορά. Ο ΣΕΚΠΥ, εκπροσωπώντας ένα ευρύ οικοσύστημα ελληνικών αμυντικών επιχειρήσεων με πάνω από 350 μέλη, έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η σημερινή συγκυρία αποτελεί ένα παράθυρο ευκαιρίας που δεν θα παραμείνει ανοικτό για πάντα. Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται, αυξάνει τις παραγωγικές της δυνατότητες και αναζητεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να βρίσκονται μέσα σε αυτήν τη διαδικασία και όχι στην περιφέρειά της. Ο Σύνδεσμος έχει ταυτόχρονα έναν ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσει ως γέφυρα μεταξύ Πολιτείας, Ενόπλων Δυνάμεων και βιομηχανίας, μεταφέροντας τις πραγματικές δυνατότητες των ελληνικών επιχειρήσεων και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής. Το αποτέλεσμα δεν θα κριθεί μόνο από το αν πετύχαμε αριθμητικά το 25%. Θα κριθεί από το τι θα υπάρχει όταν ολοκληρωθεί ο σημερινός μεγάλος εξοπλιστικός κύκλος. Αν θα έχουμε περισσότερες παραγωγικές μονάδες, περισσότερη ελληνική τεχνολογία, περισσότερες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις που εξάγουν. Τα δισεκατομμύρια των εξοπλιστικών πρέπει να αφήσουν πίσω τους κάτι πολύ μεγαλύτερο από τα ίδια τα οπλικά συστήματα: μια αμυντική βιομηχανία ικανή να στηρίζει τις Ένοπλες Δυνάμεις, να ενισχύει την εθνική οικονομία και να διεκδικεί τη θέση που της αναλογεί στη νέα ευρωπαϊκή αμυντική αγορά. Αυτή είναι η ευκαιρία. Και αυτήν τη φορά δεν πρέπει να χαθεί. Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται, αυξάνει τις παραγωγικές της δυνατότητες και αναζητεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να βρίσκονται μέσα σε αυτήν τη διαδικασία και όχι στην περιφέρειά της 32 #48 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
RkJQdWJsaXNoZXIy ODAxNzc=