businessfiles Η κυβερνοασφάλεια εξελίσσεται πλέον σε βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία και τη συνέχεια κάθε σύγχρονης επιχείρησης. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη, καθώς η αυξανόμενη ψηφιοποίηση, η χρήση cloud και εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης και η εξ αποστάσεως εργασία, διευρύνουν ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τα σημεία έκθεσης σε κυβερνοαπειλές. Γράφει ο Χρήστος Δημόπουλος Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις φαίνεται να έχουν κάνει σημαντικά βήματα στην ενίσχυση της κυβερνοασφάλειάς τους, επενδύοντας περισσότερο στην προστασία των συστημάτων τους και στην εκπαίδευση των εργαζομένων. Την ίδια στιγμή, όμως, οι κυβερνοεπιθέσεις παραμένουν ένας υπαρκτός και διαρκής επιχειρηματικός κίνδυνος, ενώ νέες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, διαμορφώνουν ένα ακόμη πιο σύνθετο τοπίο απειλών. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του νέου Δείκτη Ετοιμότητας Κυβερνοασφάλειας για Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις της ESET για το 2026. Η παγκόσμια έρευνα στην οποία βασίζεται ο δείκτης, περιλαμβάνει 4.400 υπεύθυνους λήψης αποφάσεων από μικρομεσαίες επιχειρήσεις με 25 έως 1.000 τερματικά σε 13 χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας. Επένδυση της ελληνικής αγοράς στην κυβερνοασφάλεια Η φετινή έκδοση του ESET SMB Cyber Readiness Index 2026 αποτυπώνει μια αγορά που έχει κάνει σημαντικά βήματα στην προετοιμασία της, χωρίς όμως να έχει εξαλείψει τα κενά προστασίας. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις επενδύουν περισσότερο στην κυβερνοασφάλεια, εκπαιδεύουν συχνότερα το προσωπικό τους και αξιοποιούν ολοένα περισσότερο τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Την ίδια στιγμή, όμως, οι επιθέσεις παραμένουν συχνές και οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι η απειλή μπορεί να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή. Σχεδόν μία στις δύο ΜμΕ έχει αντιμετωπίσει κάποιο περιστατικό Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας είναι ότι το 45% των επιχειρήσεων δήλωσε πως αντιμετώπισε τουλάχιστον ένα περιστατικό κυβερνοασφάλειας μέσα στους τελευταίους 12 μήνες. Το ποσοστό καταδεικνύει ότι οι κυβερνοεπιθέσεις δεν αποτελούν πλέον ένα μακρινό ενδεχόμενο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά έναν υπαρκτό επιχειρηματικό κίνδυνο. Η εικόνα διαφοροποιείται ανά χώρα, με τη Γερμανία να εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό καταγεγραμμένων περιστατικών με 44%, ενώ ακολουθούν η Ισπανία με 33% και οι ΗΠΑ με 32% και η Ισπανία με 33% . Στην περιοχή EMEA ( Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική), αντίστοιχα, το 31% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι αντιμετώπισε τουλάχιστον ένα περιστατικό κατά το προηγούμενο έτος. Εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητα Παρά τη συχνότητα των επιθέσεων, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο επισφαλείς ως προς την ικανότητά τους να ανταποκριθούν. Συνολικά, το 75% δηλώνει ότι έχει εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητά του απέναντι σε μια κυβερνοεπίθεση, με το 26% να δηλώνει «πολύ» και το 49% λιγότερο. Η αντίστοιχη συνολική εμπιστοσύνη είχε διαμορφωθεί στο 48% στην έρευνα του 2022, γεγονός που καταγράφει σημαντική ενίσχυση της αυτοπεποίθησης των επιχειρήσεων μέσα σε λίγα χρόνια. Παράλληλα, το 68% των ΜμΕ δηλώνει ότι έχει εμπιστοσύνη στην ικανότητά του για αποτροπή των κυβερνοεπιθέσεων, γεγονός που δείχνει ότι η πρόληψη και η αντιμετώπιση των κινδύνων έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη θέση στην επιχειρησιακή στρατηγική. Εντονος φόβος για νέες επιθέσεις Η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες άμυνας δεν σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις αισθάνονται ασφαλείς. Αντίθετα, το 61% των ερωτηθέντων ανησυχεί για ενδεχόμενη κυβερνοεπίθεση μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Μεταξύ των απειλών που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία βρίσκονται κακόβουλα λογισμικά που αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη, το ransomware και το malware, καθώς και το phishing και το spear phishing. Παράλληλα, το 75% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι οι παγκόσμιες εξελίξεις και και οι διεθνείς συγκρούσεις αποτελούν πραγματικές απειλές που μπορούν να επηρεάσουν τη δραστηριότητά τους. Η ανησυχία αυτή αντανακλάται στη διεύρυνση του ψηφιακού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργούν οι ΜμΕ. Ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν πλέον cloud υπηρεσίες, εφαρμογές συνεργασίας, απομακρυσμένη εργασία και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργώντας περισσότερα σημεία στα οποία μπορεί να εκδηλωθεί μια επίθεση. Όπως επισημαίνει η ESET, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν αποτελούν πλέον έναν «μικρό» στόχο για τους κυβερνοεγκληματίες, καθώς η ψηφιοποίηση έχει αυξήσει τόσο την επιχειρησιακή τους εξάρτηση από την τεχνολογία όσο και την πιθανή αξία των δεδομένων και των υποδομών τους. Phishing και ανθρώπινος παράγοντας Παρά την εμφάνιση νέων τεχνολογικών απειλών, αρκετές επιθέσεις εξακολουθούν να αξιοποιούν γνωστές αδυναμίες. Το phishing αποτελεί την κυριότερη αιτία περιστατικών, καθώς αναφέρεται ως κίνδυνος από το 27% των επιχειρήσεων. Ακολουθούν οι μη διορθωμένες ευπάθειες στα συστήματα με 23%, η ανεπαρκής παρακολούθηση της ασφάλειας με 22% και οι αδύναμοι κωδικοί πρόσβασης με 20%. Το phishing, γνωστό και ως ηλεκτρονικό «ψάρεμα», βασίζεται στην εξαπάτηση του χρήστη, συνήθως μέσω μηνυμάτων ή email που εμφανίζονται ως αξιόπιστα, με στόχο την απόσπαση δεδομένων ή την παραχώρηση πρόσβασης σε συστήματα. Η συγκεκριμένη μορφή επίθεσης αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στην κυβερνοασφάλεια. Κυβερνοασφάλεια 2026 Οι επιχειρήσεις θωρακίζονται καλύτερα, αλλά οι ψηφιακές απειλές αυξάνονται Εκπαίδευση στην κυβερνοασφάλεια Η εκπαίδευση στην κυβερνοασφάλεια είναι πολύ σημαντική. Συγκεκριμένα, το 67% των επιχειρήσεων πραγματοποιεί εκπαιδεύσεις περισσότερες από μία φορές το χρόνο, ενώ το 53% εκπαιδεύει τους εργαζομένους αρκετές φορές ετησίως. Παράλληλα, το 42% των εταιρειών χρησιμοποιεί πιο οργανωμένα προγράμματα, στα οποία περιλαμβάνονται και προσομοιώσεις επιθέσεων phishing, ενώ το 28% εφαρμόζει ολοκληρωμένα προγράμματα εκπαίδευσης. Η συχνότητα της εκπαίδευσης αυξάνεται μάλιστα στις επιχειρήσεις που έχουν ήδη αντιμετωπίσει πολλαπλά περιστατικά. Σε αυτές, το ποσοστό των εταιρειών που πραγματοποιούν συχνή εκπαίδευση φτάνει το 81%. Η εμπειρία μιας πραγματικής επίθεσης φαίνεται, επομένως, να λειτουργεί ως καταλύτης για την ενίσχυση των μέτρων πρόληψης και ενημέρωσης του προσωπικού. Οι επιπτώσεις μιας επίθεσης δεν περιορίζονται στα δεδομένα Οι συνέπειες ενός περιστατικού μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τη λειτουργία μιας επιχείρησης. Τεράστια δεδομένα μπορούν να χαθούν, μπορεί να υπάρξει επιχειρησιακή διακοπή ενώ συχνά υπάρχουν και τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις που επηρεάζουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Η απώλεια δεδομένων αποτελεί τη μεγαλύτερη ανησυχία, με ποσοστό 50%, ενώ ακολουθούν η διακοπή λειτουργίας με 40% και οι οικονομικές επιπτώσεις με 37%. Αντίστοιχα, ο χρόνος ανάκαμψης μπορεί 38 #48 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026
RkJQdWJsaXNoZXIy ODAxNzc=