να είναι σημαντικός. Από τις επιχειρήσεις που αντιμετώπισαν επίθεση, το 41% χρειάστηκε λιγότερο από δύο εβδομάδες για να ολοκληρώσει την ανάκαμψη, ενώ το 34% χρειάστηκε από δύο έως έξι εβδομάδες. Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη σημασία όχι μόνο της πρόληψης, αλλά και της ύπαρξης σχεδίου ανάκαμψης, αντιγράφων ασφαλείας και διαδικασιών που επιτρέπουν στην επιχείρηση να επιστρέψει όσο το δυνατόν ταχύτερα σε κανονική λειτουργία. Η αναφορά των περιστατικών αποτελεί επίσης μέρος της συνολικής διαχείρισης. Το 36% των επιχειρήσεων που αντιμετώπισαν περιστατικό το ανέφερε στην ασφαλιστική εταιρεία που καλύπτει τους κυβερνοκινδύνους, το 30% στις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, το 29% σε επιχειρηματικούς συνεργάτες και το 28% στους πελάτες. Μόλις το 5% δήλωσε ότι δεν ανέφερε το περιστατικό που αντιμετώπισε. Η κυβερνοασφάλιση λειτουργεί συμπληρωματικά Η κυβερνοασφάλεια έχει πλέον σημαντική θέση στη στρατηγική των ΜμΕ. Το 71% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα διαθέτει cyber insurance, ενώ στο 37% των περιπτώσεων η ασφαλιστική κάλυψη συνοδεύεται από συγκεκριμένες απαιτήσεις για την εφαρμογή μέτρων ασφαλείας. Ωστόσο, η ασφάλιση δεν αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο της τεχνολογικής και οργανωτικής προστασίας. Μόλις το 31% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι θα αισθανόταν ασφαλές εάν βασιζόταν αποκλειστικά στην ασφαλιστική κάλυψη. Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει ότι η πρόληψη, η παρακολούθηση των συστημάτων, η εκπαίδευση και η δυνατότητα ανάκαμψης παραμένουν απαραίτητα στοιχεία της συνολικής άμυνας. Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει το τοπίο Ιδιαίτερο βάρος στην έκθεση έχει η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία εξελίσσεται ταυτόχρονα σε εργαλείο για την άμυνα και σε πηγή νέων κινδύνων. Το 73% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δηλώνει ότι ήδη ενσωματώνει AI στις δραστηριότητές του, ενώ το 70% αναγνωρίζει ότι η χρήση της τεχνολογίας δημιουργεί νέους κινδύνους για την κυβερνοασφάλεια. Σωστή αξιοποίηση της ΑΙ Οι ΜμΕ εκφράζουν ιδιαίτερη ανησυχία για το κακόβουλο λογισμικό που αξιοποιεί AI, παρότι τέτοιες απειλές παραμένουν ακόμη σχετικά περιορισμένες σε σχέση με άλλες μορφές επιθέσεων. Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις επιδιώκουν να αξιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη και για την ενίσχυση της άμυνας, κυρίως στην έγκαιρη πρόβλεψη και τον εντοπισμό απειλών, αλλά και στην ταχύτερη αντιμετώπιση περιστατικών. Το 60% των επιχειρήσεων έχει ήδη θεσπίσει πολιτική για τη χρήση της AI. Η ESET σημειώνει ότι η ύπαρξη τέτοιας πολιτικής συσχετίζεται στην έρευνα με υψηλότερα ποσοστά περιστατικών κυβερνοασφάλειας. Η συσχέτιση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές AI προκαλούν τις επιθέσεις. Μπορεί να αντανακλά το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις με μεγαλύτερη έκθεση ή περισσότερα περιστατικά είναι ταυτόχρονα εκείνες που έχουν προχωρήσει περισσότερο στη θέσπιση κανόνων. Η έκθεση αναδεικνύει, παράλληλα, νέους κινδύνους που συνδέονται με εργαλεία όπως η Shadow AI, δηλαδή η χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης χωρίς απαραίτητα να έχουν εγκριθεί ή ελεγχθεί από την επιχείρηση. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ανάγκη για σαφείς κανόνες σχετικά με το ποια εργαλεία μπορούν να χρησιμοποιούνται, με ποιον τρόπο και υπό ποιες προϋποθέσεις. Περισσότερες επενδύσεις αλλά και ελλείψεις σε πόρους Η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια αποτελεί έναν ακόμη βασικό άξονα της έρευνας. Το 80% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι ο προϋπολογισμός κυβερνοασφάλειας είναι επαρκής ή περισσότερο από επαρκής, ενώ το 40% αναμένει ότι θα αυξήσει τις σχετικές δαπάνες μέσα στον επόμενο χρόνο. Οι σημαντικότερες προγραμματισμένες επενδύσεις αφορούν την εκπαίδευση και ενημέρωση των εργαζομένων, με 41%, την ασφάλεια στο cloud με 33% και τα συστήματα backup και ανάκτησης δεδομένων με 26%. Στην EMEA, το 83% θεωρεί τον προϋπολογισμό του για την κυβερνοασφάλεια επαρκή ή περισσότερο από επαρκή, ενώ το 39% αναμένει αύξηση των δαπανών το επόμενο έτος. Παρά την αυξημένη διάθεση για επενδύσεις, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια. Το 24% αναφέρει τους περιορισμούς στον προϋπολογισμό, το 21% την πολυπλοκότητα και τις δυσκολίες ενσωμάτωσης διαφορετικών τεχνολογιών και το 20% την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και δεξιοτήτων. Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί επομένως κρίσιμο παράγοντα, καθώς η αποτελεσματική κυβερνοασφάλεια απαιτεί όχι μόνο τεχνολογικές λύσεις, αλλά και ανθρώπους που μπορούν να τις αξιοποιήσουν, να εντοπίσουν κινδύνους και να ανταποκριθούν γρήγορα σε ένα περιστατικό. Η εικόνα στην EMEA Η περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (ΕΜΕΑ) παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την παγκόσμια εικόνα. Το 64% των επιχειρήσεων της EMEA φοβάται ότι θα αντιμετωπίσει επίθεση μέσα στους επόμενους 12 μήνες, ενώ το 44% δήλωσε ότι είχε τουλάχιστον ένα περιστατικό το προηγούμενο έτος. Το phishing παραμένει η συχνότερη αιτία περιστατικών, ενώ ακολουθούν οι μη διορθωμένες ευπάθειες, οι αδύναμοι κωδικοί και η έλλειψη παρακολούθησης της ασφάλειας. Παράλληλα, το 76% των επιχειρήσεων της περιοχής δηλώνει ότι έχει εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητά του απέναντι στις κυβερνοεπιθέσεις. Η περιοχή παρουσιάζει επίσης υψηλή έμφαση στην εκπαίδευση, την ασφάλεια cloud και τα συστήματα backup και ανάκτησης, επιβεβαιώνοντας ότι οι βασικές προτεραιότητες των επιχειρήσεων παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κοινές ανεξάρτητα από γεωγραφική περιοχή. Από την αντίδραση στη διαρκή ετοιμότητα Η φετινή έρευνα της ESET αποτυπώνει μια αγορά που βρίσκεται σε φάση σημαντικής μετάβασης. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν αυξήσει την ευαισθητοποίησή τους, επενδύουν περισσότερο στην κυβερνοασφάλεια, εκπαιδεύουν συχνότερα τους εργαζομένους και εμφανίζονται περισσότερο confident ως προς την ικανότητά τους να αντιμετωπίσουν περιστατικά. Την ίδια στιγμή, όμως, η συχνότητα των επιθέσεων, η άνοδος νέων τεχνολογικών απειλών και η διεύρυνση των ψηφιακών υποδομών δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η προστασία δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις έχουν ήδη βιώσει ένα περιστατικό, ενώ η πλειονότητα φοβάται ότι θα αντιμετωπίσει νέα επίθεση μέσα στον επόμενο χρόνο. Νέα εποχή για την κυβερνοασφάλεια των ΜμΕ Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η κυβερνοασφάλεια δεν αποτελεί πλέον απλώς μια τεχνολογική δαπάνη. Συνδέεται άμεσα με τη λειτουργική συνέχεια μιας επιχείρησης και απαιτεί συνδυασμό ανθρώπων, τεχνολογίας, διαδικασιών και οργανωμένης διαχείρισης κινδύνου. Για τις ΜμΕ, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας περνά από ενημερωμένους και εκπαιδευμένους εργαζομένους, τακτικούς ελέγχους και διορθώσεις ευπαθειών, ασφαλή αντίγραφα δεδομένων, προστασία των cloud υποδομών, συνεχή παρακολούθηση των συστημάτων και σαφές σχέδιο αντιμετώπισης και ανάκαμψης από ένα περιστατικό. Οι ΜμΕ έχουν, σύμφωνα με την ESET, κάνει σημαντικά βήματα προς μια πιο ώριμη στρατηγική κυβερνοασφάλειας. Ωστόσο, η διαρκής εξέλιξη των απειλών σημαίνει ότι η ετοιμότητα δεν είναι ένας στόχος που επιτυγχάνεται μία φορά αλλά μια συνεχής διαδικασία προσαρμογής, επένδυσης και εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση στην κυβερνοασφάλεια είναι πολύ σημαντική. Συγκεκριμένα, το 67% των επιχειρήσεων πραγματοποιεί εκπαιδεύσεις περισσότερες από μία φορές το χρόνο, ενώ το 53% εκπαιδεύει τους εργαζομένους αρκετές φορές ετησίως 39 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026 #48
RkJQdWJsaXNoZXIy ODAxNzc=